ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ MACEDOINE BLOG

alpha.georg@googlemail.com

alpha.georg@googlemail.com
HOLA DOLOR ( ES ) ..:-P

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Το Ιδιώνυμον Αδίκημα




Tόποι εξορίας στον Mεσοπόλεμο

Tης NaΣHΣ MΠaΛTa
Iστορικού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

«H KOINΩNIa με ανακούφισιν έμαθε την απόφασιν της κυβερνήσεως όπως λάβη μέτρα δραστικά κατά των ανθρώπων οι οποίοι επιμένουν να μας μεταφυτεύσουν εις την Ελλάδα τον μπολσεβικικόν παράδεισον... Εις την τελευταίαν άκρην του ελληνικού Αιγαίου υπάρχουν μικρά, μικροέρημα νησάκια αποτελούντα σύμπλεγμα που λέγεται Κουφονήσια... μερικά... είναι ακατοίκητα, συχναζόμενα από ολίγους λαθρεμπόρους και βοσκούς. Σ' ένα από τα νησάκια αυτά θα μπορούσε να ιδρυθεί προχείρως το κράτος των εν Ελλάδι μπολσεβίκων. Η κυβέρνησις θα 'πρεπε να εγείρει εκεί μερικά παραπήγματα εις τα οποία να εγκαταστήσει τους απελαυνομένους κομμουνιστάς...»

(Από επιστολή του νομάρχη Κυκλάδων στο Ελεύθερον Βήμα της 8ης Αυγ. 1931)1

Δεν είναι γνωστό αν η πρόταση του νομάρχη ελήφθη υπ' όψιν από την βενιζελική κυβέρνηση για να εντάξει τα Κουφονήσια στον κατάλογο των νησιών που χρησίμευαν ως τόποι εξορίας των κομμουνιστών και άλλων «ταραχοποιών» και «αντεθνικών» στοιχείων απειλούντων το κοινωνικό καθεστώς, η μακρά πάντως ιστορία της εξορίας αρχίζει πολύ πριν από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 και τη θέσπιση του πρώτου σαφώς αντικομμουνιστικού νόμου, του περίφημου «Ιδιώνυμου». Οι τόποι εξορίας κατά τον ελληνικό Μεσοπόλεμο δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής ιστορικής έρευνας, γι' αυτό και το παρόν κείμενο δεν φιλοδοξεί -ούτε θα ήταν δυνατόν- να καλύψει το εύρος του θέματος, παρά μόνον να επισημάνει ορισμένα βασικά σημεία εντάσσοντάς τα στο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της εποχής.

Oμάδα εξορίστων στην Iο το 1928. Mέχρι τον Iούνιο του 1929, που ψηφίστηκε το «ιδιώνυμο», σύμφωνα με τον Pούσσο Kούνδουρο («H aσφάλεια του Kαθεστώτος»), είχαν εκτοπιστεί 481 στελέχη της aριστεράς. Oι άστατες δεκαετίες που μεσολαβούν από τότε καθιστούν σήμερα δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την αναγνώριση των προσώπων στις φωτογραφίες.

Ο ελληνικός Μεσοπόλεμος γεννιέται μέσα από την πόλωση και τις συγκρούσεις της πολεμικής δεκαετίας (1912-1922), ενώ αρχίζει η οργάνωση της ελληνικής αριστεράς (ίδρυση ΣΕΚΕ 1918) και διαμορφώνονται οι δύο μερίδες του αστισμού. Οι φιλελεύθεροι πολιτικοί θεσμοί έχουν ήδη δεχτεί τα πρώτα πλήγματα την περίοδο του Διχασμού. Η παραβίαση βασικών ατομικών ελευθεριών, η βία, κρατική και παρακρατική, και οι διώξεις κατά των πολιτικών αντιπάλων από βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς έχουν προηγηθεί της ίδρυσης της «ασθενούς» Α΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1924). Στη διάρκειά της, η πολύπλευρη κρίση, η ανικανότητα του αστικού κόσμου να την αντιμετωπίσει, και το εντεινόμενο ρεύμα κοινωνικής διαμαρτυρίας θα οδηγήσουν το αστικό κράτος στη θεσμοθέτηση της καταστολής και του περιορισμού των ελευθεριών.

Η ιστορία αυτής της θεσμοθέτησης είναι λοιπόν συνυφασμένη με τις πολιτικές ανακατατάξεις της περιόδου και τις κοινωνικές συγκρούσεις που ολοένα εντείνονται.

Διοικητική εκτόπιση

Από τους διοικητικού χαρακτήρα νομοθετικούς περιορισμούς κυριότερος είναι εκείνος της διοικητικής εκτόπισης. Υπήρχε ως αστυνομικό μέτρο από την οθωνική περίοδο, όταν ο νόμος του 1871 για την καταστολή της ληστείας οδήγησε σε πλήθος εκτοπίσεων για πολιτικούς λόγους. Το 1913 ένας νέος νόμος επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του στα απελευθερωθέντα από τους βαλκανικούς πολέμους εδάφη και στρέφεται κατά των σοσιαλιστών. Βάσει αυτού, τον Ιούνιο του 1914 συνελήφθησαν στη Θεσσαλονίκη και εκτοπίσθηκαν στη Νάξο δύο ηγέτες της Φεντερασιόν, οι Μπεναρόγιας και Γιόνας. Στη διάρκεια του Διχασμού, ο Ν. 755 του 1917 της κυβέρνησης Βενιζέλου στρέφει την εκτόπιση εναντίον των υπόπτων «διά την δημοσίαν ασφάλειαν». Θύματά του υπήρξαν αντιβενιζελικοί και στελέχη του σοσιαλιστικού κινήματος. Τον Ιούνιο του 1917 εκτοπίζονται στην Κορσική επιφανείς αντιβενιζελικοί, μεταξύ των οποίων οι Σπ. και Γ. Μερκούρης, Ιω. Μεταξάς, Πύρρος Γιαννόπουλος, Ιω. Σαγιάς, Iων Δραγούμης. Το αυθαίρετο καθεστώς των διώξεων συνοδεύει την όξυνση του Διχασμού εις βάρος πότε των βασιλικών και πότε των βενιζελικών, έως ότου η δικτατορία του Πάγκαλου θεσμοθετεί την διοικητική εκτόπιση με το Νομ. Διάταγμα του 1926 (που παραμένει εν ισχύι ώς τη Μεταπολίτευση του 1974). Εν τω μεταξύ, στόχος του μέτρου της διοικητικής εκτόπισης είναι πλέον η aριστερά στην πρώιμη περίοδο της οργάνωσής της.

Τον Ιούλιο του 1919, τέσσερις σοσιαλιστές που διεγράφησαν από τη διοίκηση της ΓΣΕΕ μετά τη διάσπασή της, συνελήφθησαν με αφορμή συγκεκριμένες πρωτοβουλίες τους και εκτοπίσθηκαν στη Φολέγανδρο. Τότε κηρύχθηκε και η πρώτη πανελλαδική πολιτική απεργία (4 Ιουλ.) με αίτημα την επιστροφή τους από την εξορία. Με βάση το Νομ. Διατ. του 1926 οι «Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας» σε όλους τους νομούς της χώρας διατάσσουν -με πρόταση των αστυνομικών αρχών- την εκτόπιση κάθε «υπόπτου» που απειλούσε το «Κράτος και την κοινωνίαν», νομιμοποιώντας έτσι την ήδη ισχύουσα πρακτική, την εκτόπιση δηλ. χωρίς δικαστική απόφαση και χωρίς να έχει διαπραχθεί νομική παράβαση. Αρκούσε η «ύποπτη συμπεριφορά». Δεν έχει ερευνηθεί ούτε έχουμε επίσημα στοιχεία για τον αριθμό των εκτοπισθέντων αυτήν την περίοδο, υπολογίζεται πάντως ότι η παγκαλική δικτατορία εκτόπισε περί τα χίλια άτομα σε διάφορα νησιά. Η διάρκεια της εξορίας κατ' αρχήν δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερη από ένα έτος, μπορούσε όμως να ανανεωθεί, έτσι ώστε όποιος εκτοπιζόταν δεν γνώριζε πόσον χρόνο συνολικά θα περνούσε εξόριστος.

Ως το 1929 λοιπόν η εκτόπιση ήταν το κύριο όπλο κατά των πολιτικών αντιπάλων και των στελεχών του σοσιαλιστικού κινήματος και ακολουθούσε κάθε απεργία ή κινητοποίηση, ενώ το αδύναμο ακόμη στη δεκαετία του '20 και σπαρασσόμενο από διενέξεις και πολυδιάσπαση ΚΚΕ ήταν μεν νόμιμο (εκτός νόμου ετέθη επί παγκαλικής δικτατορίας), τα στελέχη του όμως εκτοπίζονταν στα νησιά. Το περίφημο «αυτονομιστικό», οι θέσεις του ΚΚΕ για αυτονόμηση της Μακεδονίας και της Θράκης ενέτειναν τις διώξεις, ενίσχυσαν τα περί «κομμουνιστικού κινδύνου» και συνέβαλαν στη διαμόρφωση του αντικομμουνισμού. Κατά τη διετία 1926-28, σύμφωνα με την «Εργατική Αλληλεγγύη Ελλάδος», συνελήφθησαν 4.368 πολίτες από τους οποίους 330 καταδικάσθηκαν σε ποινές φυλάκισης και 481 εκτοπίσθηκαν2.

Nησιά εξορίας

Τόποι εξορίας ήταν διάφορα νησιά, κυρίως μικρά και άγονα, στα οποία οι συνθήκες ζωής και η πρόσβαση ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Η Φολέγανδρος που ήδη αναφέρθηκε, υπήρξε τόπος εξορίας από το 1924 κ.ε. για πολλούς αριστερούς που το 1936 ανέρχονταν σε 200. Στην Αμοργό οι πρώτοι κομμουνιστές εξόριστοι έφτασαν το 1927. Στη Σκύρο την περίοδο 1916-20 είχαν εκτοπιστεί αντιβενιζελικοί, ενώ ο πρώτος κομμουνιστής φτάνει το 1925, όπως γράφει ο ίδιος σε δημοσίευμα του Ριζοσπάστη στις 15-9-24. (Κατά τον Γκριτζώνα πρόκειται μάλλον για τον δημοσιογράφο και στέλεχος του ΚΚΕ Σεραφείμ Μάξιμο). Ο αριθμός των νησιών που χρησιμοποιούνται ως τόποι εξορίας αυξάνεται όσο οι διώξεις εντείνονται και γίνονται μαζικότερες, δηλαδή μετά το '28-29. Από τους κυριότερους τόπους εξορίας τη δεκαετία του '20 ήταν η άνυδρη, φτωχή και «μακρινή» Ανάφη: Βαπόρι έρχεται όταν συμφωνήσουν η θάλασσα και οι μεγαλοκαρχαρίες εφοπλιστές. Πολλές φορές για να κατορθωθεί συμφωνία κυλάν και μήνες...», γράφει στον Ριζοσπάστη, στις 13-5-1925, ένας εξόριστος3. Οι πρώτοι εξόριστοι εκεί ήταν 4 μοναρχικοί αξιωματικοί, ακολούθησαν 2 ξένοι κατηγορηθέντες για κατασκοπεία καθώς και ληστές και λαθρέμποροι. Οι πρώτοι αριστεροί εκτοπίσθηκαν το 1924 και ο αριθμός τους αυξανόταν συνεχώς. Η Ανάφη, όπως θα δούμε παρακάτω, γνωρίζει ημέρες δόξας στη δεκαετία του '30.

Για την ασφάλεια του κοινωνικού καθεστώτος

Tο σωζόμενο, τουριστικής χρήσης σήμερα, σπίτι των πολιτικών εξορίστων στο Σαρακήνικο της Γαύδου. Xτίστηκε από τους ίδιους τους εξόριστους και ήταν ιδιοκτησία της Oμάδας Συμβίωσης. aνάμεσα στους πρώτους εξόριστους 1931-33 συναντάμε τους Θαν. Kλάρα (κατοπινό aρη Bελουχιώτη) και Tάκη Φίτσο, συντάκη και αρχισυντάκτη του «Pιζοσπάστη» αντίστοιχα, aνδρέα Tζίμα (Σαμαρινιώτη), Γ. Tσέκο, Γιώρ. Mαθιουδάκη, K. Mελίκογλου, Mιχ. Tυρίμο κ.ά. H πρώτη αυτή φουρνιά, με γραμματέα της κολλεκτίβας τον T. Φίτσο, αγόρασε από ντόπιους γη και έχτισε το ’33 το σπίτι, που «φιλοξένησε» όλους τους εκτοπισμένους στη Γαύδο κατά τη δεκαετία του ’30.

Με το «Ιδιώνυμο» θεσπίζεται η ποινή της δικαστικής εκτόπισης. Το νομοσχέδιο «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών» κατατέθηκε στη Βουλή λίγο καιρό μετά την επάνοδο του Βενιζέλου (Δεκ., 1928), ψηφίσθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 25 Ιουλίου 1929, ίσχυσε δε έως την έκδοση από τη μεταξική δικτατορία του αναγκ. νόμου 117 του 1936. Η πλειοψηφία όσων διώχθηκαν βάσει του Ιδιωνύμου δεν κατηγορήθηκαν για συγκεκριμένες πράξεις, αλλά για την ιδεολογία τους και τη συμμετοχή τους σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, κινητοποιήσεις κ.λπ. Eτσι θεσμοθετείται οριστικά το έγκλημα γνώμης. Το μέτρο της προληπτικής διοικητικής εκτόπισης επανέρχεται με το νόμο 5174 τον Ιούλιο του 1931. Με τους νόμους αυτούς η κυβέρνηση Βενιζέλου απαντά στην επιδεινούμενη κοινωνική κρίση, περιορίζοντας τις ελευθερίες των πολιτών και θεσμοθετώντας τον αντικομμουνισμό του Μεσοπολέμου. Αλληλέγγυοι βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί εφευρίσκουν τον «εσωτερικό εχθρό» και επισείουν τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» χτίζοντας το νέο συνεκτικό πολιτικό μύθο της ελληνικής κοινωνίας πάνω στα συντρίμμια της Μεγάλης Ιδέας.

Ως το 1937 υπολογίζεται ότι έγιναν περίπου 3.000 καταδίκες με βάση το Ιδιώνυμο. Ο αριθμός των εκτοπίσεων αυξήθηκε σημαντικά όχι μόνο λόγω της έντασης των διώξεων αλλά και διότι, βάσει του Ιδιωνύμου, κάθε καταδικαζόμενος μετά την έκτιση της ποινής φυλάκισης εκτοπιζόταν για όσο διάστημα όριζε η απόφαση. Eτσι πολλοί αριστεροί αρχίζουν να πηγαινοέρχονται από τις φυλακές στις εξορίες.

Eκεί όπου σπανίζουν οι άνθρωποι

Στα νησιά της εξορίας προστίθενται ο aγιος Ευστράτιος και η Γαύδος. Στον Αη-Στράτη οι πρώτοι εξόριστοι στάλθηκαν το 1929. Μεγάλος αλλά άγνωστος είναι ο αριθμός των εξορίστων την περίοδο 1929-35, ενώ περί τους 950 εκτοπίζονται εκεί από το 1935 ώς το 1943. Η Γαύδος, όπου «σπανίζουν οι άνθρωποι και τα ζα και τα δέντρα»4, «αυτό το ξερονήσι που παράγει μόνο θανατηφόρους σκορπιούς, που πέθαναν αρκετοί κομμουνιστές από την πείνα, τις στερήσεις και τις αρρώστειες και δίκαια ονομάστηκε νησί του θανάτου»5, ήταν ένας από τους κυριότερους και χειρότερους τόπους εξορίας τη δεκαετία του '30. Το 1931-32 ήταν εκεί ο Θαν. Κλάρας (aρης Βελουχιώτης) και ο Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης) και το '34-35 πολλοί επιφανείς του κομμ. κινήματος, όπως οι Μήτσος Παρτσαλίδης, Μιλτ. Πορφυρογένης, Β. Μπαρτζιώτας. Η Γυάρος, το γνωστό «ξερονήσι» του Εμφυλίου και της δικτατορίας του 1967, άρχισε να λειτουργεί ως τόπος εξορίας στις αρχές της ίδιας δεκαετίας, του '30, κατά τη μεταξική περίοδο δε είχε περί τους 50 εξορίστους. Τόποι εξορίας είναι επίσης η Iος, όπου το 1929 υπήρχαν 16 εξόριστοι, οι Παξοί, η Κίμωλος, η Σίκινος, τα Ψαρά και η Σαντορίνη, όπου το 1926 εκτοπίσθηκε από την παγκαλική δικτατορία ο Αλεξ. Παπαναστασίου και το 1927 υπήρχαν 13 κομμουνιστές.

Μετά το αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα του Μαρτίου 1935 τον δρόμο της εξορίας παίρνουν και αρκετοί αστοί πολιτικοί. Ο Ανδ. Μιχαλακόπουλος εκτοπίζεται στην Πάρο, ο Π. Κανελλόπουλος στην Κάρυστο -τότε ακόμη πίστευε ότι «είναι ασυγχώρητον να διώκονται πολίται εν εικοστώ αιώνι διά τας ιδέας των»... 6 - και ο Γ. Καφαντάρης στη Ζάκυνθο.

Η «κοσμογονία» του Κονδύλη εκτοπίζει μεταξύ άλλων προσωπικοτήτων τον Δημ. Γληνό και τον Κώστα Βάρναλη στον Αγιο Ευστράτιο και τον Αλεξ. Παπαναστασίου στη Μύκονο. Μετά την Παλινόρθωση και την «γενική» αμνηστία του Γεωργίου, εκατοντάδες παραμένουν στους τόπους εξορίας, παρά τις διαμαρτυρίες και τη μεγάλη απεργία πείνας τον Δεκ. του '35.

Τον Μάιο του '36, ενώ το διάλειμμα της αβασίλευτης ταλαιπωρημένης δημοκρατίας πλησιάζει προς το τέλος του, οι μεγάλες απεργίες και τα συλλαλητήρια που συγκλονίζουν την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα, την Καλαμάτα και πολλές άλλες πόλεις καταστέλλονται βίαια, με αποκορύφωμα την αιματηρή 9η Μαΐου στη Θεσσαλονίκη. Eνα νέο κύμα συλλήψεων και εκτοπίσεων στέλνει πάλι στα νησιά εκατοντάδες πολίτες.

Oμάδες συμβίωσης

Στους τόπους εξορίας, όπως και στις φυλακές, οι εξόριστοι φρόντιζαν να οργανώσουν την ομαδική ζωή τους. Για να αντιμετωπίσουν την πείνα, τις αρρώστιες -τους θέριζε η φυματίωση, η ελονοσία, ο τύφος- την αποθάρρυνση, την κατάθλιψη και τις απαγορεύσεις, οργάνωναν τις «ομάδες συμβίωσης πολιτικών εξορίστων (ΟΣΠΕ). Τα πρώτα χρόνια ονομάζονταν «κολλεκτίβες», στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούσαν κομματικές οργανώσεις και επιτροπές. Δεν ήταν πολλές, γιατί στα περισσότερα νησιά οι εκτοπίσεις αφορούσαν μεμονωμένα άτομα ή μικρές ομάδες. Αργότερα όμως, όσο μεγάλωνε ο αριθμός των εξορίστων, οι οποίοι δεν ήταν πλέον μόνον κομμουνιστές, άρχισε η λειτουργία των «ομάδων συμβίωσης». Βασιζόταν στην αλληλεγγύη και απέβλεπε στην στοιχειώδη κάλυψη των βασικών αναγκών: εξεύρεση τροφής και οργάνωση συσσιτίων -στα άγονα και φτωχά νησιά και οι ίδιοι οι κάτοικοι επιβίωναν δύσκολα- καταμερισμό των εργασιών (π.χ. μάζεμα ξύλων, ψήσιμο ψωμιού, καθαριότητα), διαχείριση των οικονομικών της ομάδας, οργάνωση μαθημάτων. Η τριμελής επιτροπή του «γραφείου» κάθε ΟΣΠΕ διαχειριζόταν τα λιγοστά εφόδια και χρήματα και όριζε υπευθύνους για κάθε δραστηριότητα. Η επιβίωση των εξορίστων, στους οποίους απαγορευόταν η εργασία, βασιζόταν στο δεκάδραχμο που λάμβανε ο καθένας από το κράτος -όταν δεν καθυστερούσε ή δεν κοβόταν- στις επιταγές και στα τρόφιμα που έστελναν οι οικογένειές τους και στα εφόδια που προσπαθούσε να στέλνει η οργάνωση «Εργατική Βοήθεια». Ο κάθε εξόριστος έδινε στην ομάδα το 50% των χρημάτων και των τροφίμων που του έστελναν οι δικοί του. Μοιράζονταν τα πάντα, ακόμη και τα τσιγάρα, για τα οποία υπήρχε αυστηρή διανομή με δελτίο -συνήθως δύο τσιγάρα την ημέρα σε κάθε καπνιστή- και τα οποία έκοβαν σε «μισαδάκια», «τριτάκια», «τεταρτάκια». Οι άρρωστοι έπαιρναν μεγαλύτερη μερίδα τροφής, ήταν δε τυχεροί όσοι είχαν στην ομάδα κάποιον/α συνεξόριστο/η γιατρό ή νοσοκόμο, ιδίως αν είχε μαζί του κανένα κουτί πρώτων βοηθειών με το οποίο κάλυπτε και τις ανάγκες των ντόπιων.

Πολύτιμη μαρτυρία

Πολύτιμη πηγή για τη ζωή των εξορίστων είναι το εξαιρετικό -ως μαρτυρία και ως λογοτέχνημα- αφήγημα του Μπερτ Μπερτλς «Εξόριστοι στο Αιγαίο». Ο aυστραλός δημοσιογράφος ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1935-36 και επισκέφθηκε την Ανάφη και τη Γαύδο. Στο «νησί του θανάτου» βρίσκει δεκατρείς εξόριστους (επί Κονδύλη είχαν αυξηθεί σε 60). Κατοικούσαν σε ένα κτίσμα που είχαν κτίσει οι ίδιοι το 32-34, το επονομαζόμενο από τους λιγοστούς κατοίκους και «παλάτι»... Στην Ανάφη, όπου φτάνει έπειτα από ταξίδι που διήρκεσε τρεις μέρες και τέσσερις νύχτες, συναντά τους 35 εξόριστους -ανάμεσά τους και δυο γυναίκες- και, όπως και στη Γαύδο, ζει μαζί τους, μοιράζεται το φαγητό.το δάγκωμα των κοριών και των ψύλλων, τις συζητήσεις και την αγωνία τους, περιγράφει και καταγράφει περιστατικά, ονόματα και προσωπικές ιστορίες. Oπως εκείνη ενός νεαρού δασκάλου από την Πελοπόννησο, του Θόδωρου Γκοβάτσου, που εκτοπίσθηκε γιατί ο παπάς του χωριού του τον κατηγόρησε ότι δεν δίδασκε στους μαθητές του τα της δημιουργίας του κόσμου βάσει της Αγίας Γραφής, αλλά της επιστήμης7. Ο δάσκαλος δεν ήταν κομμουνιστής. Eγινε μετά την εξορία, όπως πολλοί άλλοι.

Σημειώσεις

1. Κώστας Γκριτζώνας, «Ομάδες Συμβίωσης», Φιλίστωρ, 2000, σ. 22

2. Ν. Αλιβιζάτος, «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Oψεις της ελληνικής εμπειρίας», Θεμέλιο, 1983, σ. 346. Ρούσσος Σ. Κούνδουρος, «Η ασφάλεια του καθεστώτος. Πολιτικοί κρατούμενοι. Εκτοπίσεις και Τάξεις στην Ελλάδα 1924-74», Καστανιώτης, 1978, σ. 119-22

3. Κ. Γκριτζώνας, ο.π. σ. 27

4. ο.π. σ. 32

5. ο.π. σ. 34-35

6. Αλκης Ρήγος, «Τα κρίσιμα χρόνια 1935-1941» τ. Β΄, Παπαζήσης, 1995, σ. 32

7. Μπερτ Μπερτλς, «Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα πολιτικού και ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος», μτφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος-εισαγωγή Ντέιβιντ Κλόουζ - aλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, 2002, σ. 171-72.


Kληρωτός στο Kαλπάκι

Το 1926 ο Χρίστος Ριζόπουλος (1908-1982) εργάζεται στο λογιστήριο μιας πατρινής επιχείρησης για την επιβίωση και συνεργάζεται με το αριστερό περιοδικό Νεολαία και το Ριζοσπάστη για να καλύψει τις πνευματικές του αναζητήσεις. Τα πρώτα του κείμενα εντοπίζονται από τις «αρμόδιες» υπηρεσίες και έτσι εξασφαλίζει στο Στρατό «Δελτίον Ερυθρόν» με την επισήμανση «Επικίνδυνος». Eτσι όταν δύο χρόνια μετά παρουσιάζεται για να υπηρετήσει τη θητεία του επιλέγεται ως απλός οπλίτης και «τοποθετείται» στον «VIII Συνοριακό Τομέα-Καλπάκιον».

Ο πειθαρχικός ουλαμός είχε δημιουργηθεί το 1923 και αποτελούσε τόπο απομόνωσης για όλα τα επικίνδυνα στοιχεία της κοινωνίας. Σύμφωνα με ανέκδοτο κείμενό του: «Τι τύποι υπήρχαν στο Καλπάκι! Κάθε καρυδιάς καρύδι. Εξόν από τους πολιτικούς εξόριστους που ο καθένας είχε φυσικά το χαρακτήρα του, ήταν τόσοι πειθαρχούμενοι. aλλος γιατί είχε λιποταχτήσει, άλλος γιατί ήταν απείθαρχο στοιχείο… Δίκαιοι και άδικοι, όλοι μαζί. Μαζί με τους κλέφτες και τους χασικλήδες…»

Ο Ριζόπουλος σύντομα βρέθηκε στις στρατιωτικές φυλακές του Ακραίου κατηγορούμενος γιατί είχε δημοσιεύσει στο Ριζοσπάστη κείμενο σχετικά με το Καλπάκι, ενώ υπηρετούσε. Ας σημειωθεί ότι το πρώτο επίμαχο κείμενο είχε δημοσιευτεί χωρίς τα ονόματα των συντακτών (με επιμέλεια του Κώστα Γυφτοδήμου, κατοπινού Καραγιώργη), ενώ το δεύτερο με το ψευδώνυμο Αλέξης Καστρινός, αλλά η πληροφόρηση του τότε κράτους ήταν «άψογη».

Τρία χρόνια μετά την απόλυση από το στρατό ο Ριζόπουλος κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Αναμνήσεις από το Καλπάκι» (1933), εικονογραφημένο με φωτογραφίες που έβγαλε σε μετέπειτα επισκέψεις στην περιοχή και σκίτσα του Γεράσιμου Γρηγόρη. Η αναταραχή που είχε δημιουργηθεί μετά τις δίκες και τα κείμενα αρχικά στο Ριζοσπάστη και μετά και σε αστικές εφημερίδες, και τέλος το βιβλίο, οδήγησαν το 1934 στο κλείσιμο του Καλπακίου σαν πειθαρχικού ουλαμού. Μετά το 1936 δημιουργήθηκαν άλλοι τόποι εξορίας και μετά την Απελευθέρωση το «κενό» το κάλυψε η Μακρόνησος με τα Tάγματα Σκαπανέων.

Το βιβλίο δεν μπορεί να θεωρηθεί αυστηρά ιστορικό, γιατί το πάθος διαπερνά όλες τις σελίδες, ούτε και λογοτεχνικό γιατί είναι διάχυτη η πολεμική. Είναι όμως ιστορικό ντοκουμέντο για μια εποχή που περιείχε προμήνυμα για το τι επρόκειτο να επακολουθήσει στα επόμενα σαράντα χρόνια – ώς το 1974.

Ο Ριζόπουλος λίγο καιρό μετά την έκδοση του βιβλίου βρέθηκε –μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής– μακριά από το κομμουνιστικό κόμμα και κοντά στον ευρύτερο φιλελεύθερο χώρο ώς το τέλος της ζωής του. Ακόμα, όμως, και στην περίοδο 1955-1965 το «Καλπάκι» εμφανιζόταν μπροστά του κάθε φορά που κάποιοι ήθελαν να τον κηλιδώσουν. Iσως γι’ αυτό και δεν το κυκλοφόρησε ξανά, διορθωμένο και συμπληρωμένο με πρόσθετα κεφάλαια και με περιγραφή των μετέπειτα γεγονότων.

Ανδρέας Ριζόπουλος


Hμερομηνία : 16-11-03 Copyright: http://www.kathimerini.gr