ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ MACEDOINE BLOG

alpha.georg@googlemail.com

alpha.georg@googlemail.com
HOLA DOLOR ( ES ) ..:-P

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Δύο σκηνοθέτες για μια τραγωδία




Έντυπη Έκδοση Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010
Δύο σκηνοθέτες για μια τραγωδία
Του ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ

Ο Κύπριος νομικός Πόλυς Πολυβίου, μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας Κληρίδη στις συνομιλίες της Γενεύης μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου «Αττίλα», τον Αύγουστο του '74, φωτίζει το άγνωστο παρασκήνιο των πιο δραματικών στιγμών της νεότερης κυπριακής ιστορίας


Αμέσως μετά το 1974 συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στον αγγλοαμερικανικό παράγοντα και τον ρόλο του στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο, υπό την έννοια ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία είχαν εφαρμόσει μια κοινή πολιτική που ήταν εκ των προτέρων σχεδιασμένη για να εξυπηρετήσει τα τουρκικά συμφέροντα.

Αυτή η «πραγματικότητα» άρχισε να αμφισβητείται με τους αποχαρακτηρισμούς της απόρρητης διπλωματικής αλληλογραφίας της περιόδου. Τα τελευταία χρόνια εκδόθηκαν αρκετά βιβλία, γραμμένα κυρίως από ξένους, που ανατρέπουν θεωρίες οι οποίες θεωρούνταν δεδομένες.

Τώρα ένας Κύπριος, ο νομικός Πόλυς Πολυβίου, μέλος ο ίδιος της διαπραγματευτικής ομάδας του Γλαύκου Κληρίδη στη Διάσκεψη της Γενεύης, τον Αύγουστο του 1974, βάζει τα πράγματα σε τάξη και τεκμηριωμένα διαχωρίζει τον αγγλοαμερικανικό παράγοντα σε αμερικανικό και βρετανικό. Στο βιβλίο του «Η διπλωματία της εισβολής» (εκδόσεις «Καστανιώτη»), που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ο Πολυβίου δεν περιορίζεται μόνο στις προσωπικές του εμπειρίες και στα επίσημα έγγραφα που έχει στη διάθεσή του, αλλά επέκτεινε την έρευνά του σε πρωτογενείς αρχειακές πηγές.

Μεταξύ άλλων ο Πολυβίου μελέτησε το προσωπικό αρχείο του Βρετανού ΥΠΕΞ Τζέιμς Κάλαχαν, το οποίο σήμερα βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ο Πολυβίου αναδεικνύει στη μελέτη του τις άγνωστες πτυχές της αμερικανοβρετανικής διαφωνίας στον τρόπο αντιμετώπισης της τουρκικής εισβολής:

Οι Αμερικανοί και προσωπικά ο Χένρι Κίσινγκερ -για λόγους που επεξηγούνται- δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να πιέσουν την Τουρκία αρχικά να αναστείλει και στη συνέχεια να περιορίσει τη στρατιωτική της δράση κατά της Κύπρου.

Α ντιθέτως, η Βρετανία, που είχε συμφέροντα στην Κύπρο, ήταν πρόθυμη να διαθέσει ακόμη και στρατεύματα στον ΟΗΕ για να αποτρέψουν την τουρκική προέλαση και την κατάληψη του βόρειου τμήματος της Κύπρου.

Οταν στις 15 Ιουλίου η χούντα ανέτρεψε τον Μακάριο οι αντιδράσεις στις δύο σημαντικές πρωτεύουσες της Δύσης ήταν αντίθετες:

* Το Λονδίνο αναγνώριζε τον Μακάριο ως πρόεδρο, ζητούσε την αποκατάστασή του στην εξουσία και έκανε έντονο διάβημα προς το καθεστώς της Αθήνας να αποσύρει τους Ελληνες αξιωματικούς από την Κύπρο.

* Η Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να θίξει τη χούντα, ούτε να αμφισβητήσει το νέο καθεστώς στην Κύπρο προτού ξεκαθαρίσει τι θα ακολουθούσε μετά. Πρωτίστως δεν ενδιαφερόταν για την άμεση αποκατάσταση του Μακαρίου.

Στις 20 Ιουλίου, όταν ξέσπασε η τουρκική εισβολή, ο Κάλαχαν ανέλαβε όλο το βάρος των διαβουλεύσεων για τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, που επιτεύχθηκε στις 22 Ιουλίου 1974. Οι Τούρκοι είχαν ήδη δημιουργήσει προγεφύρωμα στην Κερύνεια, το οποίο συνενώθηκε με τον τουρκοκυπριακό θύλακο στα βόρεια της Λευκωσίας.

Η στρατηγική του Κάλαχαν ήταν η σταθεροποίηση της κατάστασης με την τήρηση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, την αποκατάσταση του Συντάγματος του 1960 και ακολούθως να γίνουν συνομιλίες για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που θα λάμβαναν υπ' όψιν τις νέες πραγματικότητες.

Αυτή ήταν η ατζέντα του Βρετανού ΥΠΕΞ στη διάσκεψη των εγγυητριών δυνάμεων την οποία είχε συγκαλέσει στη Γενεύη στις 10 Αυγούστου 1974 με τη συμμετοχή του ιδίου και των υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας, Γεώργιου Μαύρου και Γκιουνές, αντίστοιχα. Παρόντες ήταν οι Κληρίδης και Ντενκτάς, ως εκπρόσωποι των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο.

Η προσπάθεια αυτή απέτυχε, η διάσκεψη κατέρρευσε στις 14 Αυγούστου και ο τουρκικός στρατός προήλασε σε δύο μέτωπα και κατέλαβε το 36% της Κύπρου. Ο Πόλυς Πολυβίου στο βιβλίο του καταγράφει τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της αγωνιώδους προσπάθειας που έγινε στη Γενεύη για να προληφθεί ο δεύτερος γύρος της τουρκικής εισβολής.

Ο Κάλαχαν πίστευε πως μπορούσε να αποτρέψει τη δεύτερη εισβολή. Ομως εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι η Διάσκεψη της Γενεύης ήταν ευθύς εξαρχής μια χαμένη υπόθεση:

«Τότε δεν υποψιαζόμουν αυτό που ξέρω τώρα, ότι οι Τούρκοι θεωρούσαν τη διάσκεψη ως τίποτα περισσότερο από μια ευκαιρία για να εξασφαλιστεί περισσότερος χρόνος και διπλωματική κάλυψη για να προετοιμαστούν για μια δεύτερη επίθεση κατά της Κύπρου», έγραψε σε σημείωμά του δύο χρόνια αργότερα, το περιεχόμενο του οποίου αποκαλύπτει στο βιβλίο του ο Πολυβίου.
Τα βρετανικά «Φάντομ» εξόργισαν τον Κίσινγκερ
Του ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ

Από τις πρώτες διαβουλεύσεις που έγιναν στη Γενεύη πριν από τη σύγκληση της διάσκεψης διαφάνηκε ότι η Τουρκία δεν είχε πρόθεση να συνεργαστεί.


Ο Κάλαχαν ήταν πολύ ενοχλημένος με την τουρκική στάση, ιδιαίτερα του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών. Σε συνάντηση που είχε με τον εκπρόσωπο του Κίσινγκερ στη διάσκεψη, Αρθουρ Χάρτμαν, του είπε ότι του προξενούσε ιδιαίτερη δυσφορία η στάση του Γκιουνές, που συμπεριφερόταν απρεπώς και εξαφανιζόταν, με έκδηλο σκοπό να οδηγήσει τη διάσκεψη σε κατάρρευση. Ηταν παντελώς ανεπίτρεπτο, ανέφερε ο Κάλαχαν στον Χάρτμαν, ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας να υφίσταται τέτοια ταπείνωση από τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών.

Σε συνάντηση που είχε με τον Κληρίδη, ο Κάλαχαν του είπε πως πραγματικά ήθελε να βοηθήσει. Του τόνισε όμως με έμφαση ότι η Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν πλέον υπερδύναμη, ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει «άλλο Σουέζ». (Το 1956 η Αγγλία με τη Γαλλία έκαναν απόβαση στο Σουέζ, σε αντίθεση με τις προτροπές των ΗΠΑ. Η Αγγλία υποχρεώθηκε από τις ΗΠΑ σε ταπεινωτική υποχώρηση.) και ότι θα ήταν αδύνατον να αναλάβει «οποιαδήποτε δυναμική πρωτοβουλία», παρά μόνον εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών ή σε συνεννόηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Κάλαχαν προσπαθούσε να πείσει τον Κίσινγκερ να τον στηρίξει σε μια προσπάθεια να απειλήσει την Τουρκία με στρατιωτικά μέτρα προκειμένου να συνεργαστεί για διπλωματική διευθέτηση στη Γενεύη.

Ο Κάλαχαν μετέφερε τις διαπιστώσεις και τις σκέψεις του στον εκπρόσωπο του Κίσινγκερ, Αρθουρ Χάρτμαν, και ζήτησε με έντονο τρόπο να δραστηριοποιηθεί ο αμερικανικός παράγων προς την κατεύθυνση της Τουρκίας. Ο Χάρτμαν ανέφερε ότι ο Κίσινγκερ δεν θεωρούσε ούτε σκόπιμη ούτε αναγκαία ούτε επιθυμητή την αμερικανική ανάμιξη ή ακόμη και πίεση επί της Τουρκίας. Ηταν αρκετή η βρετανική «μεσολάβηση» που λάμβανε χώρα.

Το στρατιωτικό χαρτί

Ο Κάλαχαν σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το στρατιωτικό χαρτί, θέτοντας στη διάθεση του ΟΗΕ τα βρετανικά στρατεύματα στην Κύπρο. Το ζήτημα αυτό το είχε συζητήσει με τον γενικό γραμματέα Κουρτ Βαλντχάιμ τις παραμονές της διάσκεψης της Γενεύης.

Οι Βρετανοί στρατιώτες θα γίνονταν μέρος της Διεθνούς Ειρηνευτικής Δύναμης και θα τοποθετούνταν μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, σε ζώνη που θα θεωρούνταν «ουδέτερη». Ο Κάλαχαν θεωρούσε ότι μια τέτοια ενέργεια θα είχε άμεση επίδραση στα τουρκικά επεκτατικά σχέδια, ιδιαίτερα επειδή θα ανακοινωνόταν προηγουμένως. Πριν όμως γίνει κάτι τέτοιο, ο Κάλαχαν ήθελε την υποστήριξη του Κίσινγκερ.

Στις 11 Αυγούστου 1974, ο Χάρτμαν μετέφερε στον Κάλαχαν την απάντηση του Κίσινγκερ. Με αυστηρό τρόπο ο Κίσινγκερ ανέφερε ότι η αμερικανική κυβέρνηση «δεν ήταν ευχαριστημένη με τον τρόπο χειρισμού του θέματος ή με την προσέγγιση της βρετανικής κυβέρνησης».

Ο Κίσινγκερ είχε μιλήσει με τον Ετζεβίτ και του είχε αναφέρει ότι «σε περίπτωση νέας τουρκικής προέλασης, δεν θα είχε την υποστήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης». Ο Χάρτμαν ανέφερε στον Κάλαχαν ότι ο Κίσινγκερ ήταν ικανοποιημένος «με τις διαβεβαιώσεις του Ετζεβίτ επί του θέματος» και ότι δεν έπρεπε να υπάρξει οποιαδήποτε περαιτέρω βρετανική πίεση επί των Τούρκων.

Ο Κίσινγκερ δεν μπορούσε να αποδεχτεί τη βρετανική εισήγηση να χρησιμοποιηθούν βρετανικά στρατεύματα ως μέρος της Διεθνούς Ειρηνευτικής Δύναμης. Ο Χάρτμαν ανέφερε και τα εξής εκ μέρους του Κίσινγκερ: Η αμερικανική κυβέρνηση είχε προσέξει ότι οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο είχαν τεθεί σε αυξημένη στρατιωτική ετοιμότητα. Επίσης, η βρετανική κυβέρνηση είχε λάβει ορισμένα προληπτικά και συναφή στρατιωτικά μέτρα, τα οποία μάλιστα είχε δημοσιοποιήσει. Σύμφωνα με τον Χάρτμαν, ο Κίσινγκερ ήταν πολύ δυσαρεστημένος με αυτή την εξέλιξη «και θα αντιδρούσε πολύ έντονα σε σχέση με οποιαδήποτε περαιτέρω στρατιωτική ενέργεια εκ μέρους της βρετανικής κυβέρνησης ή τη δημοσιοποίηση αυτής». Τέτοιες ενέργειες, δήλωσε ο Χάρτμαν, θα είχαν αρνητική επίδραση στις διαβουλεύσεις του Κίσινγκερ με τον Ετζεβίτ.

Ο Κάλαχαν επέμενε και δήλωσε ότι δεν ήταν ικανοποιημένος με τη θέση του Κίσινγκερ. Ο Κίσινγκερ δεν αντιμετώπιζε σωστά την τουρκική κυβέρνηση, ούτε είχε συζητηθεί οποιαδήποτε συντονισμένη αντίδραση σε περαιτέρω τουρκική προέλαση. Ο Κίσινγκερ, κατέληξε ο Κάλαχαν, «έκανε λανθασμένες εκτιμήσεις». Ο ίδιος, παρά τη διαφωνία του Κίσινγκερ, δεν μπορούσε να αγνοήσει άλλα στοιχεία στην όλη κατάσταση, όπως ήταν η ευθύνη της Βρετανίας στο πλαίσιο της Συνθήκης Εγγύησης και η παρουσία χιλιάδων Αγγλων υπηκόων στην Κύπρο. Επομένως, θα συνέχιζε τις προσπάθειές του για να εμποδίσει την υλοποίηση των σαφών πλέον τουρκικών επιδιώξεων στο πλαίσιο της διάσκεψης. Δεν είχε όμως οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα διπλωματικά μέσα, από μόνα τους, δεν θα απέδιδαν με την τουρκική κυβέρνηση. Επρεπε να πεισθούν οι Τούρκοι ότι υπήρχε και η προοπτική στρατιωτικής δράσης από τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στην παρατήρηση του Χάρτμαν ότι οι τουρκικές επιδιώξεις δεν ήταν σαφείς, ο Κάλαχαν απάντησε ότι κατά την άποψή του δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία γι' αυτές τις επιδιώξεις. Επομένως, έπρεπε η βρετανική κυβέρνηση να προβεί στις αναγκαίες στρατιωτικές ετοιμασίες για κάθε ενδεχόμενο. Ο ίδιος πάντως δεν ήταν διατεθειμένος να παραμείνει επ' αόριστον στη Γενεύη, ιδιαίτερα αν δεν είχε «την αναγκαία υποστήριξη από τον δρα Κίσινγκερ». Επανέλαβε ότι ο Κίσινγκερ δεν αντιμετώπιζε την κατάσταση σωστά, ούτε και χειριζόταν τον Ετζεβίτ και την τουρκική κυβέρνηση με τον δέοντα τρόπο. Επρεπε να υιοθετηθεί αποφασιστική στάση έναντι της Τουρκίας. Επομένως, σκόπευε να αποστείλει στην Κύπρο -δηλαδή στις βρετανικές βάσεις- επιπλέον βρετανικά στρατεύματα και αεροσκάφη «Phantoms». Ο Χάρτμαν υπέδειξε ότι οποιαδήποτε παρόμοια ενέργεια θα έπρεπε να κοινοποιηθεί, πριν γίνει, στον Κίσινγκερ. Ο Κάλαχαν δεν διαφώνησε, αλλά παρατήρησε ότι ενώ η αμερικανική κυβέρνηση είχε κατά νου μόνο τα ευρύτερα στρατηγικά και γεωπολιτικά συμφέροντα της περιοχής και πέραν αυτής, η Μεγάλη Βρετανία έπρεπε να λάβει υπ' όψιν ότι ήταν Εγγυήτρια Δύναμη και ότι είχε ιδιαίτερους δεσμούς με την Κύπρο. Αν ο Κίσινγκερ συνέχιζε με την τακτική τής μη υποστήριξης των προσπαθειών του, τότε, προειδοποίησε ο Κάλαχαν, ίσως έπρεπε να αποσυρθεί από τη Γενεύη και να τερματίσει τις προσπάθειές του.

Αντίδοτο η διζωνική

Ο Κάλαχαν, χωρίς τη στήριξη του Κίσινγκερ, δεν ήταν πρόθυμος να αναλάβει την ευθύνη να συνετίσει την Τουρκία με την απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας. Ετσι μετατόπισε την προσπάθειά του στη διπλωματική διαχείριση της κρίσης. Η Τουρκία είχε υποβάλει εισήγηση για διζωνική ομοσπονδία στη βάση του γεωγραφικού διαχωρισμού και ούτε λίγο - ούτε πολύ ζητούσε υπογραφή παράδοσης, εκείνη τη στιγμή, των εδαφών που αργότερα κατέκτησε με τα όπλα.

Ο Κάλαχαν θεωρούσε παντελώς αδύνατο να αποδεχτεί ο Κληρίδης μια πρόταση που θα ξεσπίτωνε 90.000 ανθρώπους από τα σπίτια τους. Ομως, πείσθηκε από τον Ντενκτάς -όπως γράφει σ' ένα σημείωμά του- πως εκ των πραγμάτων η γεωγραφική ομοσπονδία ήταν η μόνη λύση. Ο Κάλαχαν ζήτησε από τον Κληρίδη να αναλάβει πολιτική δέσμευση για «την ύπαρξη δύο αυτόνομων κοινοτήτων εντός γεωγραφικών συνόρων στο πλαίσιο μιας ομόσπονδης πολιτείας» ως τη μόνη ελπίδα για να αποτραπεί η κατάρρευση της διάσκεψης και η δεύτερη εισβολή.

Οι Μαύρος και Κληρίδης είχαν προτείνει να μεταβούν στην Αθήνα και τη Λευκωσία για να διαβουλευτούν με τις πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας και της Κύπρου, με σκοπό να μεταφέρουν τις νέες εξελίξεις και τις προοπτικές όπως διαφαίνονταν. Ο Κάλαχαν πίστευε πως οι Μαύρος και Κληρίδης θα ήταν έτοιμοι να αποδεχθούν «μια συμπαγή τουρκική διοικητική ζώνη, υπό τον έλεγχο και τη διοίκηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας», η έκταση της οποίας θα ήταν σαφώς μικρότερη από το 34% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, που απαιτούσε η τουρκική πλευρά.

Ο Κληρίδης εισηγήθηκε την αναβολή της διάσκεψης για 48 ώρες, μέχρι να ολοκληρώσει τις διαβουλεύσεις. Ο Κάλαχαν υποστήριξε την πρόταση Κληρίδη, και μάλιστα επικοινώνησε με τον Κίσινγκερ για να βοηθήσει στην εξασφάλιση της αιτούμενης αναβολής, χωρίς αποτέλεσμα.

Οπως συμπεραίνει ο Πολυβίου, «ο Κάλαχαν κατέβαλε φιλότιμες προσωπικές προσπάθειες να διασώσει τη διάσκεψη και να παρεμποδίσει νέες στρατιωτικές ενέργειες της Τουρκίας. Ενεργούσε όμως μέσα στο πλαίσιο μιας προκαθορισμένης αμερικανικής πολιτικής, η οποία, χωρίς καμιά αμφιβολία, μετέδωσε στην τουρκική κυβέρνηση το σαφές μήνυμα ότι δεν επρόκειτο να γίνει τίποτα το ουσιαστικό για να παρεμποδιστεί από την υλοποίηση των σχεδίων της στην Κύπρο».

Το τελικό συμπέρασμα του Κάλαχαν για την αδράνεια του Κίσινγκερ, όπως το κατέγραψε σε προσωπικό του σημείωμα, είναι πως «τον Κίσινγκερ απασχολούσε η διατήρηση της τουρκικής υπεραξίας ως ένα προπύργιο μεταξύ της Σοβιετικής Ενωσης και των αραβικών κρατών, καθώς και για τη συνέχιση της χρήσης των αμερικανικών βάσεων στην Τουρκία». Επίσης, «τον απασχολούσαν οι επιπτώσεις της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Κύπρο στην επίλυση της αραβοϊσραηλινής διένεξης, και το θεωρούσε αυτό πιο σημαντικό από την ελληνική εχθρότητα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τις επιπτώσεις της αποχώρησης της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ στη νοτιανατολική πλευρά της Συμμαχίας.
Ετσι κατέρρευσε η Διάσκεψη της Γενεύης
Του ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ

Τα τελευταία δραματικά λεπτά πριν από το τέλος

Αργά το βράδυ της 14ης Αυγούστου 1974 ο Κάλαχαν συγκάλεσε σε σύνοδο την ολομέλεια της διάσκεψης, προσπαθώντας να εκμαιεύσει τουρκική δέσμευση για αναβολή της διάσκεψης, ούτως ώστε να δοθεί χρόνος στον Κληρίδη να μεταβεί στην Κύπρο για διαβουλεύσεις για την αποδοχή γεωγραφικής ομοσπονδίας.


Στις 11.05 μ.μ. πλησίασε τον Κληρίδη ένα μέλος της βρετανικής αντιπροσωπείας και ανέφερε πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Αμερικανός πρέσβης στην Αγκυρα βρισκόταν με τον Τούρκο πρωθυπουργό και ότι «αν επιδεικνυόταν κάποια ελαστικότητα από την πλευρά της ελληνοκυπριακής αντιπροσωπείας», η διακοπή που είχε ζητηθεί από την τελευταία θα μπορούσε ακόμη να γίνει δεκτή.

Ενόσω μιλούσε ο Κληρίδης, έφτασε στη Διάσκεψη μια δήλωση του Κίσινγκερ την οποία ανέγνωσε ο Γκιουνές. Η δήλωση υπογράμμιζε τα ακόλουθα σημεία:

* Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαδραμάτιζαν ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την Κύπρο.

* Οι Ηνωμένες Πολιτείες πίστευαν πως η θέση της τουρκικής κοινότητας απαιτούσε σημαντική βελτίωση και προστασία.

* Υπήρχε ανάγκη μεγαλύτερου βαθμού αυτονομίας γι' αυτήν.

* Τα μέρη «διαπραγματεύονταν επί μίας ή περισσοτέρων αυτονόμων τουρκικών περιοχών».

* Τα διπλωματικά μέσα δεν είχαν εξαντληθεί.

* Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεωρούσαν τυχόν προσφυγή σε στρατιωτική δράση αδικαιολόγητη.

* Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ενεργούσαν με βάση την πιο πάνω δήλωση.

Ο Γκιουνές θεώρησε ότι η «δήλωση Κίσινγκερ» ενίσχυε το σχέδιο που είχε υποβάλει και ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά έπρεπε να αποδεχτεί εκείνη τη στιγμή τη γεωγραφική ομοσπονδία. Οι προτάσεις του, είπε ο Γκιουνές, είχαν κοινοποιηθεί σε πολλές χώρες, στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και στις χώρες του ΝΑΤΟ. Ηταν πολύ καλά γνωστές. Δεν δικαιολογούνταν οποιαδήποτε αναβολή.

Ο Γκιουνές είπε πως ήταν έτοιμος να παραμείνει στη Γενεύη και να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις, εφόσον ο Κληρίδης δήλωνε ότι έβλεπε τις προτάσεις του «με κάποια συμπάθεια» και ότι ο ίδιος πειθόταν ότι η «εκφρασθείσα συμπάθεια» δεν ήταν θεωρητική αλλά πρακτική και γνήσια. Μόλις γινόταν μια τέτοια δήλωση, η περαιτέρω πρόοδος θα ήταν γρήγορη.

«Θα πολεμήσουμε»

Ο Κληρίδης, που μίλησε μετά τον Γκιουνές, εξέφρασε την έκπληξή του για το ότι ο Γκιουνές είχε συζητήσει το σχέδιό του με τόσες πολλές χώρες. Αλλά ποια σημασία είχε το γεγονός αυτό; Η στάση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, παρατήρησε ο Κληρίδης, σήμαινε ότι ο καθένας είχε το δικαίωμα να γνωρίζει τα σχέδιά του εκτός από τους Ελληνοκύπριους. «Δεν είμαστε αποικία ούτε του ΝΑΤΟ ούτε και της Αμερικής». Ο καιρός που τα Συντάγματα μπορούσαν να επιβάλλονται είχε παρέλθει. Το γεγονός ότι ο Γκιουνές είχε διαβουλευτεί με άλλους δεν αποστερούσε τον ίδιο από το δικαίωμα να συμβουλευτεί το λαό του.

Ο Γκιουνές αρνήθηκε και πάλι οποιαδήποτε αναβολή και είπε, μεταξύ άλλων, ότι θεωρούσε ύποπτα τα κίνητρα τόσο της ελληνικής κυβέρνησης όσο και της «ελληνοκυπριακής διοίκησης», ο Κάλαχαν, σε αυστηρό τόνο, κάκισε την τουρκική επιμονή και προειδοποίησε τον Γκιουνές πως ήταν μάταιο να πιστεύει πως θα μπορούσε να εξασφαλίσει λύση με στρατιωτικά μέσα. «Η λύση θα βρεθεί μόνο γύρω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων», είπε. Η τουρκική άρνηση για διαπραγμάτευση θα είχε ως αποτέλεσμα την αιματοχυσία. Τι θα συνέβαινε αν οι Τούρκοι, όπως όλο και περισσότερο φαινόταν, προκαλούσαν την κατάρρευση της Διάσκεψης; Πολλά ερωτήματα θα παρέμεναν αναπάντητα και σχεδόν σίγουρα θα υπήρχε προσφυγή στη βία. Η στάση του Κληρίδη, συνέχισε ο Κάλαχαν, ήταν θετική.

Ο Γκιουνές παρέμεινε αμετακίνητος. Η ελληνοκυπριακή αντιπροσωπεία όφειλε να δεχτεί τους όρους του τώρα. Αν όχι, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα διπλωματικά μέσα είχαν αποτύχει. Και τότε τι;

Στο σημείο αυτό ο Κληρίδης υπογράμμισε για άλλη μία φορά με έμφαση και σε υψηλούς τόνους την άρνησή του να υποκύψει σε πιέσεις. «Αρνούμαι να στριμωχθώ στη γωνιά. Δεν θα υποκύψω σε πιέσεις». Ο Γκιουνές προσπαθούσε, όπως και προηγουμένως, να τον εκφοβίσει, θέτοντάς τον υπό διαρκή πίεση. Η δική του απάντηση όμως ήταν η ακόλουθη: αρνούνταν να διαπραγματευτεί υπό την απειλή των όπλων. Δεν θα υποχωρούσε: «Ο στρατός του ας προχωρήσει. Θα πολεμήσουμε».

«Με ανοιχτό μυαλό»

Εγινε μια μικρή διακοπή στη 1.40 π.μ., οπότε και καταβλήθηκε από τον Κάλαχαν μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί η Διάσκεψη. Εν τω μεταξύ, στην ελληνική πλευρά είχαν φτάσει πληροφορίες από τη βρετανική αντιπροσωπεία ότι τα τουρκικά στρατεύματα ετοιμάζονταν να κινηθούν και να προελάσουν, πράγμα που ασφαλώς θα έπρατταν, εκτός και αν κατέληγαν σε κάποια συμφωνία.

Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, έχοντας και την έγκριση του Κίσινγκερ, ζήτησε από τον Κληρίδη να υπογράψει μια δήλωση «ότι είχε την πρόθεση να μεταβεί στην Κύπρο με σκοπό την ευνοϊκή εξέταση της ιδέας του γεωγραφικού διαχωρισμού».

Ο Κληρίδης δεν ήταν έτοιμος να προχωρήσει τόσο πολύ. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, πληροφόρησε τον Κάλαχαν, ήταν να συμφωνήσει να μεταβεί στην Κύπρο με σκοπό να εξετάσει «προσεκτικά και με ανοικτό μυαλό» τις διάφορες προτάσεις.

Ο Γκιουνές δεν θεώρησε πως αυτό αποτελούσε θετική απάντηση. Θα έπρεπε να υπάρξει «κάποια αποδοχή του σχεδίου του». Τίποτε άλλο δεν ήταν δεκτό. Γι' αυτό ο Κληρίδης όφειλε να αποδεχτεί το σχέδιό του εκεί και τώρα.

Ο Κάλαχαν πήρε το λόγο και ανέφερε:

Δεν συμφωνώ. Ο κ. Κληρίδης έχει πει ότι είναι έτοιμος «να εξετάσει προσεκτικά και με ανοικτό μυαλό» τις τουρκικές προτάσεις και να δώσει απάντηση εντός σαράντα οκτώ ωρών. Ο κ. Κληρίδης χρησιμοποιεί την αγγλική γλώσσα, την οποία γνωρίζω, και «ανοικτό μυαλό» σημαίνει ότι κάποιος δεν έχει εμμονές και προκαταλήψεις σε σχέση με κάποια ιδέα. Σημαίνει ότι είναι έτοιμος να την εξετάσει με βάση τα συγκεκριμένα της στοιχεία.

Οταν ο Κάλαχαν συνειδητοποίησε ότι η Τουρκία δεν ενδιαφερόταν για καμιά συνδιαλλαγή και απλώς έσπρωχνε τη διάσκεψη προς ναυάγιο για να δικαιολογήσει το δεύτερο γύρο της εισβολής, αποφάσισε να δώσει μια τελευταία ευκαιρία στη διπλωματία, πιέζοντας για 48ωρη αναβολή και να κλείσει τη Διάσκεψη:

Κάλαχαν: «Κύριε Γκιουνές, θέλω μία απάντηση. Θα είσθε έτοιμος να επιστρέψετε την Τρίτη το πρωί;».

Γκιουνές: «Θεωρώ ότι είχα αρνητική απάντηση στις προτάσεις μου. Ετσι, δεν μπορώ να συμφωνήσω στη συνέχιση της Διάσκεψης».

Κάλαχαν: «Δεν συμφωνώ. Δεν νομίζω ότι είχατε αρνητική απάντηση στις προτάσεις σας. Οταν κάποιος λέγει "θα εξετάσω προσεκτικά και με ανοικτό μυαλό κάτι", αυτό δεν είναι αρνητική απάντηση».

Κληρίδης: «Δεν έχω τίποτα περισσότερο να πω πέρα από όσα ανέφερα από την αρχή. Εχω πει ότι είμαι έτοιμος να εξετάσω με "ανοικτό μυαλό" κάθε δυνατή λύση. Οι προτάσεις Γκιουνές μου δόθηκαν πολύ αργά χθές το βράδυ. Μάλιστα, οι περισσότερες πρόνοιες των προτάσεών του δεν είναι διαπραγματεύσιμες. Φαίνεται ότι ο κύριος Γκιουνές λέγει ότι η Διάσκεψη αυτή έχει αποτύχει διότι ένα από τα εμπλεκόμενα μέρη ζήτησε τριάντα έξι έως σαράντα οκτώ ώρες για να εξετάσει με "ανοικτό μυαλό" τις προτάσεις του. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, θέλω να καταγραφεί η απάντησή του».

Γκιουνές: «Οχι. Είναι διότι ο κύριος Κληρίδης ζητεί διαρκώς αναβολές για περαιτέρω "σαράντα οκτώ ώρες" και είναι διότι η Βρετανία δεν μπορεί να προσφέρει καμιά εγγύηση για τους Τουρκοκυπρίους ούτε και να βελτιώσει την εμπιστοσύνη της τουρκικής κυβέρνησης. Δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε αναβολή, δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε καθυστέρηση και δεν μπορούν να υπάρξουν περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Η άμεση αποδοχή του σχεδίου μου είναι η μόνη λύση».

Κληρίδης: «Ζήτησα μία μόνο αναβολή, ενώ ο κύριος Γκιουνές έχει ζητήσει αναβολές κατ' επανάληψη, για να συμβουλευθεί το τουρκικό Υπουργικό Συμβούλιο. Ημουν παρών προσωπικά σε όλες τις συνεδρίες της Διάσκεψης. Ο κύριος Γκιουνές μόνο χθες το βράδυ έστειλε σε εμάς τις προτάσεις του. Ζήτησα την αναβολή σήμερα, στις 7.00 το πρωί, αλλά μέχρι τώρα αναμέναμε απάντηση. Τακτική κωλυσιεργείας έχει εφαρμοσθεί από τον κύριο Γκιουνές και όχι από εμένα».

Πριν διαλυθεί τελικά η Διάσκεψη, ο Κληρίδης υπέβαλε μια τελευταία ερώτηση στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών: Ποια θα ήταν η θέση της Μεγάλης Βρετανίας αν οι Τούρκοι άρχιζαν, αν δεν το είχαν ήδη πράξει, στρατιωτικές επιχειρήσεις; Θα προχωρούσε σε οποιαδήποτε ενέργεια για να προστατεύσει την ακεραιότητα της Κύπρου ή θα παρέμενε θεατής του διαμελισμού ενός κυρίαρχου κράτους, την ανεξαρτησία του οποίου είχε εγγυηθεί να προστατεύσει;

Ο Κάλαχαν απάντησε ότι αποδοκίμαζε έντονα κάθε επανάληψη των εχθροπραξιών. Κατά τη δική του άποψη, οι διπλωματικές μέθοδοι και τα μέσα δεν είχαν εξαντληθεί. Ως προς το θέμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η Βρετανία είχε προσφερθεί να θέσει τα στρατεύματά της στη διάθεση των Ηνωμένων Εθνών. Πέραν αυτού, η Μεγάλη Βρετανία δεν μπορούσε να προχωρήσει.

Στις 2.45 π.μ. ο Κάλαχαν ρώτησε πάλι: «Οι συνάδελφοί μου θα επιστρέψουν στη Διάσκεψη την Τρίτη το πρωί;».

Κληρίδης:«Είμαι πρόθυμος να επιστρέψω στη Διάσκεψη την Τρίτη το πρωί».

Μαύρος: «Είμαι πρόθυμος να επιστρέψω».

Κάλαχαν: «Κι εγώ είμαι έτοιμος να επιστρέψω».

Ντενκτάς: «Θα ήθελα να πω ότι αν έλθει η Τουρκία, θα έλθω κι εγώ». Ο Γκιουνές παρέμεινε σιωπηλός.

Κάλαχαν: «Αυτή είναι η πραγματικότητα των γεγονότων. Οι τρεις από εμάς είμαστε έτοιμοι να επανέλθουμε. Ο τέταρτος θα έλθει αν έλθει η Τουρκία. Δεν φαίνεται πιθανό ότι η τουρκική πλευρά θα προσέλθει».

Η Διάσκεψη διαλύθηκε γύρω στις 3.00 π.μ. Οι τουρκικές δυνάμεις άρχισαν στρατιωτικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένου και του βομβαρδισμού πόλεων, στις 4.30 π.μ.